Γνωρίζουν πια καλύτερα οι Αμερικανοί τη Mεσογειακή διατροφή και τα οφέλη της και απολαμβάνουν περισσότερο τη γεύση της; Η απάντηση είναι καταφατική. Η κατανάλωση ελαιoλάδου στις ΗΠΑ αυξάνεται σταθερά εδώ και δεκαετίες. Όχι με εκρηκτικούς ρυθμούς, αλλά με μια αργή, σταθερή άνοδο που δείχνει αλλαγή νοοτροπίας. Το πιο ενδιαφέρον όμως δεν είναι μόνο ότι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν ελαιόλαδο· είναι ότι όσοι το γνωρίζουν «πηγαίνουν βαθύτερα», αναζητούν γεύσεις, ποικιλίες, αρώματα και προελεύσεις. Το κοινό γίνεται πιο απαιτητικό, πιο καλλιεργημένο, θέλει να γνωρίζει περισσότερο τι καταναλώνει. Τη δίψα του καταναλωτή για βάθος και καλλιέργεια συναντά και δυναμώνει μια αλλαγή προς κανάλια διανομής που εστιάζουν στην απευθείας πώληση στον καταναλωτή. Έτσι, το premium ελαιόλαδο και η μεγάλη γκάμα ετικετών από μικρούς παραγωγούς παύει να είναι προνόμιο κυρίως των ακτών και των μεγάλων μητροπόλεων.
Ξεφυλλίστε και κατεβάστε σε υψηλή ανάλυση το Ελαίας Καρπός Ιανουαρίου 2026
Η γεωγραφική «δημοκρατικοποίηση» του premium ελαιολάδου
Συνολικά, η αμερικανική αγορά δείχνει να περνά σε μια νέα φάση ωρίμανσης: Περισσότερη γνώση, περισσότερες επιλογές, βαθύτερη σχέση με τη γεύση και την προέλευση. Μπορεί η πλειονότητα των καταναλωτών να εξακολουθεί να αγοράζει ελαιόλαδο από το σούπερ μάρκετ, τα απευθείας κανάλια όμως γνωρίζουν ανάπτυξη και «ανοίγουν» γεωγραφικά την αγορά. Εκεί όπου παλαιότερα η Καλιφόρνια και η Νέα Υόρκη συγκέντρωναν την ποικιλία και την ποιότητα, σήμερα ένας καταναλωτής στη μέση της χώρας από το Μιλγουόκι μέχρι την Καρολίνα ή το Κάνσας μπορεί να παραγγείλει ένα πορτογαλικό ή ελληνικό ελαιόλαδο υψηλής ποιότητας και να το έχει στο τραπέζι του σε λίγες ημέρες. Πόλεις που είναι μακριά από τα κέντρα όπου εξελίσσεται η γαστρονομία όπως η Ατλάντα, το Μαϊάμι, η Μινεάπολη, το Σεντ Λούις, ανακαλύπτουν την κουλτούρα του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου (Extra Virgin Olive Oil E.V.O.O.).
Χαμηλή κατά κεφαλήν κατανάλωση και επίμονοι μύθοι για το μαγείρεμα
Κι, όμως, σε επίπεδο κατανάλωσης ανά άτομο, οι αριθμοί παραμένουν χαμηλοί: Λίγο πάνω από ένα λίτρο ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι το ελαιόλαδο χρησιμοποιείται κυρίως ως «τελική πινελιά» στο πιάτο και όχι ως βασικό μαγειρικό συστατικό. «Πολλοί αποφεύγουν να μαγειρεύουν με εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, πιστεύοντας ότι «δεν αντέχει στη θερμότητα», ότι «χάνει τη διατροφική του αξία» ή ότι έχει «πολύ έντονη γεύση», θα πει η Alexandra Kicenik Devarenne, Σύμβουλος Ελαιολάδου και Διευθύντρια της Extra Virgin Alliance, και συμπληρώνει «πρόκειται για έναν από τους πιο διαδεδομένους μύθους της αγοράς, που αναπαράγονται ακόμη και από διάσημους σεφ. Κι όμως, η σύγχρονη γνώση δείχνει ότι το μαγείρεμα με εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο μπορεί να έχει πολλαπλασιαστικά διατροφικά οφέλη καθώς αυξάνει τη διαθεσιμότητα θρεπτικών συστατικών στο τελικό πιάτο».

Η Alexandra Kicenik Devarenne, Σύμβουλος Ελαιολάδου και ∆ιευθύντρια της Extra Virgin Alliance
Πόσο κοστίζει τελικά το καλό ελαιόλαδο στις ΗΠΑ
Στην κατηγορία ελαιολάδων υψηλής ποιότητας από μικρούς παραγωγούς (artisan olive oils) οι τιμές διαμορφώνουν μια σαφή εικόνα: Το «premium» ξεκινά περίπου στα 25–26 δολάρια το μισό λίτρο, με τα περισσότερα προϊόντα να κινούνται λίγο πάνω από τα 30. «Υπάρχουν και ακραία παραδείγματα -έως και 70 δολάρια για μισό λίτρο- που περισσότερο πουλούν ένα «lifestyle» παρά ελαιόλαδο. Τα ελαιόλαδα με προέλευση από την Ιταλία, ιδιαίτερα η Τοσκάνη, τείνουν να είναι ακριβότερα ενώ το ελληνικό ελαιόλαδο συχνά θεωρείται «ευκαιρία» όσον αφορά στη σχέση ποιότητας- τιμής», αναφέρει η Alexandra Kicenik Devarenne. Τα προϊόντα αυτά δεν βρίσκονται στα μεγάλα σούπερ μάρκετ, αλλά σε εξειδικευμένα καταστήματα και premium αλυσίδες, όπως η Zingerman’s ή Whole Foods Market, δίπλα σε εκλεκτά αλλαντικά, τυριά και κρασιά.
Η άνοδος του squeeze bottle και η επιστροφή στο γυαλί
Στο πεδίο της συσκευασίας, η πλαστική φιάλη με στόμιο («squeeze bottle») που λάνσαρε η ετικέτα Graza κυριάρχησε χάρη στην ευκολία της χρήσης της. Όμως, την ίδια στιγμή που οι νεότεροι καταναλωτές αγάπησαν την πρακτικότητα, άρχισαν να απομακρύνονται από το πλαστικό στην κουζίνα τους, προτιμώντας το γυαλί λόγω ανησυχιών για χημικές ουσίες. Ενδεικτικό της ωριμότητας της αγοράς είναι ότι o δημιουργός της Graza επανήλθε πρόσφατα με γυάλινες φιάλες, αναγνωρίζοντας την αμφιθυμία του κοινού. «Ακόμη κι αν οι επιστημονικές αποδείξεις δεν δείχνουν άμεσο κίνδυνο από το πλαστικό, η αντίληψη των καταναλωτών παίζει καθοριστικό ρόλο», σχολιάζει η Alexandra Kicenik Devarenne.
Grove & Vine: Το κυνήγι της συγκομιδής
Μια από τις επιχειρηματικές προτάσεις που εστιάζουν στην απευθείας πώληση E.V.O.O. στον καταναλωτή είναι και η νεοϋορκέζικη εταιρεία εμπορίας ελαιολάδου και κρασιού Grove & Vine. Η εμπειρία του Nicholas Coleman, ειδικού σε θέματα ελαιολάδου και συνιδρυτή της εταιρείας, ως κριτής σε διεθνείς διαγωνισμούς τον έκανε να διαπιστώσει ότι καμία χώρα δεν έχει το μονοπώλιο της ποιότητας. Εξαιρετικό ελαιόλαδο μπορεί να παραχθεί σε κάθε γωνιά του κόσμου. Από αυτήν τη διαπίστωση γεννήθηκε μια νέα επιχειρηματική πρόταση: Το «κυνήγι της συγκομιδής» και στα δύο ημισφαίρια. Με αυτό το σκεπτικό δημιουργήθηκε το 2015 το επιχειρηματικό σχήμα που εστιάζει σε συνδρομητικό μοντέλο πώλησης εξαιρετικά παρθένου ελαιόλαδου απευθείας στον καταναλωτή.

Το «κυνήγι της συγκομιδής» και στα δύο ημισφαίρια από τον Nicholas Coleman αποδείχθηκε μια πολύ επιτυχημένη επιχειρηματική ιδέα.
Η ιδέα είναι πολύ απλή. Οι συνδρομητές λαμβάνουν τέσσερα διαφορετικά E.V.O.O. τον χρόνο: δύο από το βόρειο ημισφαίριο και δύο από το νότιο. Το ημερολόγιο είναι ακολουθεί τους ρυθμούς της ελαιοκαλλιέργειας: το πρώτο ελαιόλαδο του βόρειου ημισφαιρίου κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο, το δεύτερο τον Μάρτιο. Το πρώτο του νοτίου ημισφαιρίου εμφανίζεται Ιούνιο–Ιούλιο και το δεύτερο τον Σεπτέμβριο.
Κάθε φιάλη συνοδεύεται από έναν «πάπυρο» με την επωνυμία και την ιστορία του παραγωγού, την περιοχή, την ποικιλία, τις γευσιγνωστικές σημειώσεις, τη μέθοδο παραγωγής, καθώς και μια συνταγή της περιοχής. Περιλαμβάνεται ακόμη και φωτογραφία από τον τόπο προέλευσης, ώστε ο καταναλωτής να βλέπει το τοπίο των ελαιώνων που γέννησαν το προϊόν. Οι ετικέτες σχεδιάζονται κάθε φορά από διαφορετικούς καλλιτέχνες, ενώ κάθε μπουκάλι έχει μοναδικό αριθμό -μια λεπτομέρεια που ενισχύει την αίσθηση του premium προϊόντος.
Ο περιορισμένος αριθμός εμφιαλώσεων δεν είναι τυχαίος· δημιουργεί προσμονή και αυξάνει τη ζήτηση, καθώς οι καταναλωτές γνωρίζουν ότι, αν δεν προμηθευτούν έγκαιρα ένα εξαιρετικό ελαιόλαδο, σε έξι μήνες δεν θα είναι πλέον διαθέσιμο.

Σε επίπεδο τιμών, η ετήσια συνδρομή για τέσσερις φιάλες των 375 ml ανέρχεται στα 195 δολάρια. Η συνδρομή Magnum (φιάλες 1,5 λίτρου) κοστίζει 419 δολάρια ετησίως, ενώ η πιο οικονομική επιλογή είναι το μεταλλικό δοχείο των τριών λίτρων στα 129 δολάρια.

Από την κουλτούρα του κρασιού στο ελαιόλαδο
Το μεγαλύτερο στοίχημα για να μπει με νέα επιχειρήματα στις ΗΠΑ το ελαιόλαδο ωστόσο, σύμφωνα με την Alexandra Kicenik Devarenne βρίσκεται στη νεότερη γενιά. Πρόκειται για καταναλωτές που πίνουν λιγότερο αλκοόλ -και σίγουρα λιγότερο κρασί- αλλά ενδιαφέρονται βαθιά για το φαγητό. «Καθώς η κατανάλωση κρασιού υποχωρεί στις ΗΠΑ, ανοίγεται χώρος για μια νέα «κουλτούρα γευσιγνωσίας»: Ίσως το ελαιόλαδο μπορεί να καταλάβει τον ρόλο που είχε κάποτε το κρασί, ως πεδίο εξερεύνησης ποικιλιών, περιοχών, πολιτισμών και συνδυασμών με το φαγητό», καταλήγει η ίδια.


























