Η χώρα, ήδη από τα έτη της πανδημίας, έχει προχωρήσει σε σημαντική αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, φυτεύοντας μαζικά δενδρύλλια, τα οποία ήδη από πέρυσι (2024/25) ξεκίνησαν να αποδίδουν φρούτο και έλαιο. Φέτος ωστόσο και εφεξής, στην πράξη αλλάζει το δυναμικό της Τυνησίας, η οποία ίσως να μην ξαναδεί σοδειές κάτω από 300.000 τόνους. Για την 2025/26, οι εκτιμήσεις θέλουν την παραγωγή της χώρας να ανέρχεται σε 380.000 τόνους με θεωρητικό μέγιστο δυναμικού τους 500.000 τόνους. Σε δύο χρόνια το θεωρητικό αυτό μέγιστο ίσως μεγαλώσει 100 με 150.000 τόνους, επιτρέποντας στη χώρα μέσες παραγωγές άνω των 400.000 τόνων.
Υπό το πρίσμα αυτό, η πολιτική ηγεσία της χώρας, φιλοδοξεί να τροποποιήσεις τις εμπορικές της συμφωνίες. Η Τυνησία ήταν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας προς την Ε.Ε. (75 % του όγκου εισαγωγών μεταξύ του 2019 και 2024). Από τα μέσα του 2025, η χώρα ενδιαφέρεται να (σχεδόν) διπλασιάσει το πλαφόν αδασμολόγητων εξαγωγών προς την Ευρώπη σε 100.000 τόνους από 56.700 τόνους που ισχύει μέχρι σήμερα. Το νούμερο αυτό έχει δηλωθεί καθαρά και επίσημα από τον υπουργό Εξωτερικών Μοχάμεντ Αλί Ναφτί.
«Αυτοκτονία μία θετική στάση από την Ευρωπαϊκή Ένωση»
«Διπλασιασμός των εισαγωγών με μηδενικό δασμό στο τυνησιακό λάδι θα ήταν μια (ακόμη) αυτοκτονική επιλογή από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει προφανώς αποφασίσει να εξαλείψει το δικό της brand στα ποιοτικά γεωργικά προϊόντα, ξεκινώντας από το ελαιόλαδο, ευνοώντας ένα μοντέλο αγοράς που ωθεί τη βιομηχανία να προμηθεύεται φθηνή ξένη πρώτη ύλη, παρουσιάζοντάς τα ως Made in Italy εκτός Ευρώπης, αντί να προωθεί το ποιοτικό ιταλικό λάδι στη σωστή τιμή». Τα παραπάνω αναφέρρονται σε παρέμβαση της Coldiretti e Unaprol σχολιάζοντας την ανακοίνωση της κυβέρνησης της Τυνησίας για την έναρξη διαπραγματεύσεων με την Ευρώπη.


























